Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Origin


Το νέο μυθιστόρημα του Dan Brown.
Το περίμενα με λαχτάρα, μου αρέσει πολύ η γραφή του Αμερικανού συγγραφέα, ο τρόπος που πλέκει τη σχέση των χαρακτήρων του στο χαρτί.
Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα πάντως αποδείχτηκε κατώτερο των προσδοκιών μου.
Έχει ενδιαφέρουσα πλοκή, πρωτότυπο θέμα, όμως δεν είναι αυτό που περίμενα.
Οι εικόνες από τις πόλεις που εκτυλίσεται είναι φτωχές συγκριτικά με τα προηγούμενα έργα του ενώ, από το δεύτερο κιόλας κεφάλαιο μπορούσα με άνεση να καταλάβω ποιό ήταν το τέλος, ποιός ο πρωταγωνιστής, ποιός ο υπαίτιος.
Φτωχό και το ανθρωποκυνηγητό, ξαναπαιγμένη σχέση του καθηγητή Λάγκντον με την πρωταγωνίστρια.
Δεν απογοητεύτηκα. Θα το διάβαζα ξανά.
Όμως περίμενα κάτι παραπάνω μετά από τέσσερα χρόνια...

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Follow the blue line ή "Πώς τερμάτισα τον πρώτο μου Αυθεντικό Μαραθώνιο"

Υπάρχει μια μπλέ γραμμή στην άσφαλτο που ενώνει τον Μαραθώνα με την Αθήνα και συγκεκριμένα με το Καλλιμάρμαρο Στάδιο κι έχει μήκος ακριβώς 42 χιλιόμετρα και 195 μέτρα. Είναι η γραμμή που χαράζει την Αυθεντική Μαραθώνια διαδρομή του Κλασσικού Μαραθωνίου της Αθήνας. Είναι ο ομφάλιος λώρος που ενώνει το αδύνατο με το δυνατό, το φανταστικό με το πραγματικό. Το όνειρο με την πραγματικότητα.
Μέχρι να καταφέρω την Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017 να σταθώ στην αρχή της γραμμής αυτής με όλη την απόσταση να ξετυλίγεται μπροστά μου, χρειάστηκε πρώτα να διασχίσω δεκάδες άλλες διαχωριστικές γραμμές μαζί με ένα τσούρμο δαίμονες που προσπαθούσαν μέχρι και την τελευταία στιγμή να με κρατήσουν πίσω, να με κάνουν να μείνω στο ξενοδοχείο στην Πλάκα, να μην πάω στο Σύνταγμα για να μπω στο λεωφορείο για τον Μαραθώνα.
Το πρώτο πράγμα που μου στάθηκε εμπόδιο ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός... Η πιο φαρδιά διαχωριστική γραμμή, ο μεγαλύτερος δαίμονας από όλους, αυτός με την βαριά φωνή που με κυνηγούσε για να μου περάσει αλυσίδες στα πόδια. Αυτός ήταν εκείνος που πριν απο κάθε προπόνηση μου φώναζε: "-Πού θα πάς; Κάνει ζέστη!", άλλοτε "-Κάτσε μέσα, κάνει κρύο, πού θα τρέχεις πρωί-πρωί!" και κάθε μα κάθε φορά "-Είσαι κουρασμένος, πονάνε τα πόδια σου, κάθισε να τα ξεκουράσεις". Δεν τον άκουσα ποτέ και πάντα, μετά από κάθε προπόνηση, ένοιωθα δικαιωμένος.
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας  για τον Μαραθώνιο είναι αβάσταχτη η καθημερινότητα, τουλάχιστον για τους μη επαγγελματίες αθλητές. Οι υποχρεώσεις είναι πολλές, οι ώρες εργασίας αμέτρητες και κάπου εκεί πρέπει να στριμωχθούν τρεις με τέσσερις εβδομαδιαίες προπονήσεις καθώς και ασκήσεις μυϊκής τόνωσης. Ο Μαραθώνιος δεν είναι αγώνας 5 χιλιομέτρων, για να μπορέσει κάποιος να τον τερματίσει χρειάζεται προετοιμασία κι ενδυνάμωση στο σώμα. Όχι τυχαία αλλά βάσει προγράμματος ώστε η προετοιμασία να γίνεται σωστά και το σώμα να προλαβαίνει να ξεκουραστεί. Διαφορετικά μπορεί να ταπεινώσει ακόμα και τον πιο φιλόδοξο, ακόμα και τον πιο υπερφίαλο.
Προσωπικά για να μπορέσω να ανταπεξέλθω, όχι πάντα με επιτυχία, αναγκάστηκα να μειώσω τις ώρες του ύπνου μου. Δεν είναι σωστό αλλά για μένα ήταν ο μοναδικός τρόπος. Τις καθημερινές έκανα προπονήσεις αργά το βράδυ ενώ για τα long run, τις προπονήσεις πολλών χιλιομέτρων δηλαδή, κρατούσα τα Σάββατα και τις Κυριακές οπότε και ξυπνούσα πριν ακόμα ανατείλει ο Ήλιος προκειμένου να έχω τελειώσει την προπόνησή μου στις 09.30-10.00. Παράλληλα προσπάθησα να μην αφήσω τη διατροφή μου στην τύχη της, περιόρισα στο ελάχιστο στο αλκοόλ και έβγαλα από το διαιτολόγιό μου τη ζάχαρη που είναι ο νο.1 υπαίτιος για τις φλεγμονές στους μύες.
Το καλοκαίρι που δήλωσα συμμετοχή στον 35ο Αυθεντικό Μαραθώνιο Αθηνών, ήμουν φοβισμένος. Πολύ φοβισμένος. Δεν είχα ιδέα αν θα μπορούσα να ανταπεξέλθω στις απαιτήσεις της, κατά κύρια ομολογία, δυσκολότερης μαραθώνιας διαδρομής στον κόσμο. Δεν άφησα το φόβο να με νικήσει, έκλεισα αεροπορικά εισιτήρια και ξενοδοχείο ώστε να μην αφήσω στον εαυτό μου περιθώριο για πισωγυρίσματα.
Κάπως έτσι ο χρόνος άρχισε να μετρά αντίστροφα....
Ο φόβος όμως εκεί, πάντα παρόν να με συντροφεύει κάθε στιγμή που το μυαλό μου γυρνούσε κι έριχνε κρυφές ματιές στην 12η Νοεμβρίου.
Κάποια στιγμή, στις αρχές του καλοκαιριού πρέπει να ήταν, μιλούσα με την Κατερίνα από την Θεσσαλονίκη, τη φίλη μου Μαραθωνοδρόμο από το www.kapaworld.gr. Τί εκπληξη, τί ενθουσιασμός! Μου ανέφερε πως είχε κι εκείνη δηλώσει συμμετοχή! Θυμήθηκα σε μία από τις πρώτες κουβέντες που είχαμε ανταλλάξει, της είχα πει πως θα ήταν τιμή μου να τρέχαμε μαζί στον Κλασσικό της Αθήνας και να που η επιθυμία μου γινόταν πραγματικότητα και μάλιστα, εντελώς σημαδιακά στον πρώτο μου Μαραθώνιο!
Από εκείνη τη μέρα ο φόβος έγινε προσμονή κι ενθουσιασμός, δεν θα ήμουν μόνος, θα ήμουν με ανθρώπους που εκτιμώ, που με εμπνέουν, που ξέρω πως με αγαπάνε!
Ξεκίνησα προπονήσεις στα τέλη του Ιούλη. Από τη δεύτερη εβδομάδα του προγράμματος, άρχισα να κάνω συμβιβασμούς  και να χαμηλώνω τα όρια της κόπωσης γιατί το σώμα μου μού έστελνε μηνύματα πως δεν θα μπορούσε να ανταπεξέλθει. Μείωσα τις προπονήσεις υψηλής έντασης κι έδωσα βάση στην ενδυνάμωση. Προσπαθούσα να ανεβάζω τα χιλιόμετρα αλλά να κρατώ την ταχύτητα χαμηλά και κάθε φορά που ξέφευγα από τα όρια, ένοιωθα άλλοτε τα πόδια, άλλοτε τα γόνατα, άλλοτε πάλι την χτυπημένη μου μέση να μου στέλνουν προειδοποιήσεις.
Έθεσα δυο ορόσημα στον εαυτό μου. Τον Γύρο του Οροπεδίου Λασιθίου στις 6 Αυγούστου και τον Ημιμαραθώνιο Κρήτης την 1η Οκτωβρίου. Αν τερμάτιζα σ' αυτούς τους δύο απαιτητικούς αγώνες με άνεση, θα ήταν ουσιαστικά το εφαλτήριο για να τρέξω στον Αυθεντικό.
Στο Γύρο του Οροπεδίου τερμάτισα με αξιοπρέπεια παρόλο που ήμουν στην αρχή της προετοιμασίας, χωρίς σε καμία περίπτωση να είμαι ικανοποιημένος.
Για τον Ημιμαραθώνιο Κρήτης δεν χρειάζεται αν αναφερθώ καν (http://psihotherapia.blogspot.gr/2017/11/blog-post.html). Ήταν ένα υπέροχο ταξίδι που βίωσα χέρι-χέρι με την τρελοπαρέα από τη Θεσσαλονίκη! Ήταν ουσιαστικά το γεγονός που με απογείωσε για τον Αυθεντικό μιας και όλη η παρέα του Αρκαλοχωρίου θα τρέχαμε μαζί!

 Ο καιρός πέρασε γρήγορα. Την εβδομάδα του αγώνα η δουλειά με κράτησε μακριά από ξεκούραση, ένοιωυα τα πόδια μου βαριά και έναν πόνο στο δεξί μου μηρό να με απειλεί σε κάθε μου βήμα. Το Σάββατο, θες από το άγχος, θες από την κούραση που είχε πλέον συσσωρευτεί, ο πόνος έγινε πιο έντονος και άρχισαν να με ζώνουν οι δαίμονες... Το απόγευμα καθώς πίναμε καφέ στο Μοναστηράκι, ένοιωσα την πλήρη απογοήτευση. Είχα φτάσει στην πηγή και άρχισε να με κυριεύει ο φόβος πως δεν θα κατάφερνα να πιω νερό! Σε κάθε βήμα ο πόνος στο πόδι γινόταν ανυπόφορος, ένας πόνος σαν μαχαιριά, από το ισχίο μέχρι χαμηλά κάτω από το γόνατο. Έκανα διατάσεις, ήπια παυσίπονα μα τίποτα δεν μπορούσε να μου σταθεί, έστω σαν παρηγοριά.

Η θέα από το μπαλκόνι του ξενοδοχείου στην Πλάκα
Γύρισα στο δωμάτιο κι όλα έδειχναν έτοιμα να με πλακώσουν. Οι τοίχοι, το ταβάνι, τα έπιπλα… Η ώρα ήταν περίπου 9, έβαλα αλοιφή στο πόδι μου και προσπάθησα να ηρεμήσω. Με πήρε ο ύπνος κατά τις 10, ξύπνησα μετά από 2 περίπου ώρες, κατάφερα στις 2 να ξανακοιμηθώ μέχρι τις 4.30 που χτύπησε το ξυπνητήρι. Ο πόνος στο πόδι εκεί….
Ετοιμάστηκα και κατά τις 5.30 ξεκίνησα για το Σύνταγμα να συναντήσω τα παιδιά από τη Θεσσαλονίκη. Το κέντρο της Αθήνας είχε ξυπνήσει από νωρίς, παντού στο δρόμο έβλεπα άντρες και γυναίκες με αθλητικά ρούχα και παπούτσια, χαμόγελα παντού, φωνές, ενθουσιασμός! Η γιορτή είχε ξεκινήσει από νωρίς!
Περπατήσαμε πλάι-πλάι με ένα παλικάρι από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός μέχρι το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Ήταν και για εκείνον ο πρώτος του Μαραθώνιος, ήταν ταραγμένος όπως εγώ, ένοιωσα όμορφα, σαν να μου συμπαραστεκόταν. Του ευχήθηκα «Καλό τερματισμό» και συνέχισα.
Στάθηκα στο Σύνταγμα και περίμενα να βρω κάποιον γνωστό. Είδα μια παρέα από τα Χανιά, ανταλλάξαμε χαιρετισμό κι ευχές, όλοι έβγαζαν φωτογραφίες, άλλοι βιάζονταν να μπουν στα λεωφορεία, έβλεπα όλο τον κόσμο τριγύρω τόσο ενθουσιασμένο, τόσο χαρούμενο. Είναι πράγματα που δεν μπορούν τα λόγια να τα περιγράψουν και η μορφή της πλατείας εκείνο το ξημέρωμα της 12ης Νοεμβρίου είναι ένα από αυτά.
Πλατεία Συντάγματος, 17/11/2017, 05.46!
Σε μια στιγμή άκουσα να με φωνάζουν, γύρισα προς την «Μεγάλη Βρετανία» και είδα την Ελισάβετ να έρχεται στο μέρος μου! Την αγκάλιασα με όλη μου τη δύναμη, είχα να την δω από το Αρκαλοχώρι. Γέμισαν τα πνευμόνια μου χαρά κι αγάπη! Πήγαμε στο λεωφορείο της ομάδας των παιδιών, γνώρισα τον Σέργιο, σε λιγάκι ήρθε κι ο Αλέξανδρος, ξεκινήσαμε όλοι μαζί για τον Μαραθώνα.
Είχα διαβάσει σε φόρουμ δεκάδες περιγραφές της εμπειρίας του Μαραθωνίου της Αθήνας και συγκράτησα μία που μου είχε κάνει εντύπωση: Μην κάτσεις στα πρώτα καθίσματα του λεωφορείου για Μαραθώνα αν δεν έχεις ξανατρέξει τη διαδρομή. Παρόλο που καθίσαμε με τα παιδιά στα τελευταία καθίσματα, κατάλαβα τον λόγο όταν άρχισε να ξημερώνει για τα καλά… Η διαδρομή του Αυθεντικού Μαραθωνίου είναι αποκαρδιωτική για κάποιον που δεν έχει εμπειρία! Το λεωφορείο μετά τον σταυρό της Αγίας Παρασκευής συναντούσε διαρκώς κατηφόρες, δυσάρεστο νέο για μένα που σε λίγο θα γυρνούσα προς την αντίθετη πορεία. Κάπου εκεί σηκώθηκε δίπλα στον οδηγό ένα παλικάρι από την Θεσσαλονίκη, αθλητής με συμμετοχή σε Ολυμπιακούς Αγώνες που όμως αδυνατώ να θυμηθώ το όνομά του και άρχισε να μας αναλύει τη διαδρομή. Τις δυσκολίες, τα προβλήματα, κάποια μικρά αλλά σημαντικά μυστικά.
Στο λεωφορείο προς τον Μαραθώνα
Αποκαρδιώθηκα. Απογοητεύτηκα… Κοίταξα στο απέναντι κάθισμα τον Αλέξανδρο με την Ελισάβετ, παραδίπλα τον Σέργιο, χαμήλωσα το βλέμμα στο δάπεδο του λεωφορείου… ένοιωσα κουρασμένος…. «-Τι γυρεύω εγώ εδώ….;»
Το λεωφορείο σταμάτησε και κατεβήκαμε. Αμέσως άλλαξε η διάθεσή μου. Ειλικρινά, δεν έχω ξαναδεί μεγαλύτερο ανθρώπινο πλήθος στη ζωή μου! Μια πολύχρωμη θάλασσα από άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας, με χαμόγελο, με φωνές που έσπαγαν την παγωνιά του ξημερώματος! Άνθρωποι σαν εμένα,
καθημερινοί που κυνηγούσαν το όνειρό τους. Ό,που κι αν κοιτούσα, στο δρόμο, στις πλαγιές του λόφου, στο στάδιο, παντού υπήρχαν άνθρωποι με πολύχρωμα ρούχα. Έκανα μια βόλτα τριγύρω και τα μάτια μου δεν μπορούσαν να χορτάσουν εικόνες. Όλες οι φυλές της γης, πρόσωπα χαμογελαστά, φωνές, γέλια, κινητά γεμάτα φωτογραφίες! Κάθε πέντε βήματα και ένας γνωστός, δρομείς που συναντώ στους τοπικούς αγώνες στην Κρήτη, παιδιά από τους συλλόγους δρομέων σε Ηράκλειο, Χανιά και Ρέθυμνο, συνεργάτες από τη δουλειά που δεν είχα καν ιδέα πως τρέχουν, ήταν όλοι εκεί, μαζί με τον Χριστόφορο Μερούση, τον Κώστα Γκελαούζο, τη Ράνια Ρεμπούλη, αθλητές που είχα την τύχη να δω για πρώτη φορά από τόσο κοντά.
Ήρθε η καρδιά στη θέση της!
Όλη η παρέα πριν την εκκίνηση! Φωτογραφία από το www.kapaworld.gr
Μετά από λίγο βρεθήκαμε με την Κατερίνα. Αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε, συμπληρώθηκε η «ομάδα του Αρκαλοχωρίου», ήμασταν ξανά όλοι μαζί και η μέρα έγινε ακόμα πιο όμορφη. Μετά τη «μαυρίλα» του λεωφορείου, με έπιασε ένας ενθουσιασμός, μια αισιοδοξία ανεξήγητη, μια βεβαιότητα πως θα τα καταφέρω, πως θα τερματίσω! Προσπαθούσα να συγκρατηθώ, είναι ιεροσυλία αυτή η βεβαιότητα και δεν είχα καμία όρεξη να τα βάλω με τους δρομικούς θεούς τέτοια μέρα!
Σταθήκαμε όλοι μαζί στην εκκίνηση, στο 10ο μπλοκ.
Ξεκινήσαμε μετά τις 09.30, τριάντα λεπτά μετά την πρώτη εκκίνηση.
 
 
Τα πρώτα χιλιόμετρα πέρασαν χωρίς να το καταλάβω. Συζήτηση με τα παιδιά, το ένα καλαμπούρι μετά το άλλο, το μυαλό μακριά από τον αγώνα! Άρχισα να συνειδητοποιώ πού βρισκόμουν και τι έκανα στο 5ο χιλιόμετρο όταν έκανα δεξιά το κεφάλι μου και είδα τον Τύμβο των Μαραθωνομάχων. Ένοιωσα δέος και συγκίνηση. Στην άκρη του δρόμου μια ηλικιωμένη κυρία τέντωσε το χέρι της και μου έδωσε ένα κλαδάκι ελιάς. Το έβαλα στην τσέπη μου και συνέχισα να τρέχω.
Ο Τύμβος των Μαραθωνομάχων
Μέχρι τη Νέα Μάκρη η διαδρομή ήταν επίπεδη. Στο χωριό οι κάτοικοι είχαν στήσει πανηγύρι! Φωνές, γέλια και χειροκροτήματα, μουσική στη διαπασών, άντε να μην πάρεις θάρρος γι’ αυτό που ακολουθεί! Ήμουν ακόμα ξεκούραστος, ο ρυθμός μου ήταν ιδανικός, χαιρόμουν την παρέα και τη διαδρομή.
Λίγο πριν τη Ραφήνα, ξεκίνησε μια απότομη κατηφόρα. Έχοντας διαβάσει την ανάλυση της Μαρίας Πολύζου για τη διαδρομή, δεν παρασύρθηκα όπως κάποιοι τριγύρω, προχώρησα συντηρητικά μέχρι τον κόμβο του οικισμού. Κόσμος μαζεμένος μας χαιρετούσε με χαμόγελο, πόση δύναμη μου έδιναν τα χαμόγελα αυτά, έβλεπα στα μάτια των παιδιών που άπλωναν το χέρι τους να χτυπήσουν το δικό μου, τα μάτια των παιδιών μου να με κοιτούν με θαυμασμό!
Στο 16ο χιλιόμετρο ξεκίνησε μια απότομη ανηφόρα. Μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχα νοιώσει κούραση, πήγαινα πίσω από τον Αλέξανδρο την Ελισάβετ και την Κατερίνα και προσπαθούσα απλά να κρατάω τον ρυθμό τους. Τώρα όμως είχα αρχίσει να νοιώθω τα πόδια μου να καίνε. Κάπου εδώ ξεκινούσε το δύσκολο. Ο Δημήτρης, φίλος των παιδιών, πρόεδρος του ΣΔΥ Θεσσαλονίκης, προσπαθούσε να με εμψυχώσει.
«-Δεν είναι τίποτε, αυτή η ανηφόρα και μια άλλη στο 25ο και τέλειωσε η διαδρομή.» Αναθάρρησα.
Το πόδι μου με «πέθαινε» ψηλά στο ισχίο και τον γλουτό. Ο πόνος δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό μετά το 2ο χιλιόμετρο και όσο περνούσε η ώρα γινόταν πιο έντονος και ενοχλητικός. Σταματήσαμε με την Ελισάβετ σε δύο διασώστες στην άκρη του δρόμου και ζητήσαμε ψυκτικό. Τα γόνατά της την ταλαιπωρούσαν. Έβαλα στο πόδι μου, προσευχήθηκα να νοιώσω λίγο ανακούφιση, έσφιξα τα δόντια και συνέχισα.
Αναζήτησα την Κατερίνα. Την είδα λίγο πίσω μου. Ήταν φανερό πως ανέβαινε τον προσωπικό της Γολγοθά, έτρεξα για λίγο δίπλα της. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος στη θέση της θα είχε εγκαταλείψει. Της είπα δυο κουβέντες από καρδιάς. Λίγο μετά ο Δημήτρης μου είπε πως ήταν καλύτερα να την αφήσουμε λίγο μόνη στο ρυθμό της γιατί είναι σε άσχημη κατάσταση. Δεν έφερα αντίρρηση.
Φτάσαμε στο Πικέρμι, στα μισά της διαδρομής, στο σημείο που ξεκινάει το δυσκολότερο κομμάτι του Αυθεντικού Μαραθωνίου. Σήκωσα το βλέμμα και κοίταξα μπροστά στην ευθεία και αντίκρυσα κάτι πέρα από κάθε φαντασία! Ό,που έφτανε το βλέμμα φαινόταν ένα πυκνό κύμα δρομέων! Τριγύρω το «ταπ-ταπ-ταπ» από τα πέλματα των αθλητικών παπουτσιών λες και δεν άφηνε κανέναν άλλο ήχο να φτάσει στ’ αυτιά μου, λες και δεν υπήρχε κανένας εξωτερικός παράγοντας να μπει ανάμεσα στον Αυθεντικό και σε μας που συμμετείχαμε!
Μετά από κάμποση ώρα κατάφερα να πλησιάσω ξανά τον Αλέξανδρο και την Ελισάβετ. Η ανηφόρα έφτανε μέχρι εκεί που έφτανε το βλέμμα προσπαθώντας να με αποκαρδιώσει. Τα παιδιά σταμάτησαν να τρέχουν για να περπατήσουν λιγάκι. Προσπάθησα να περπατήσω πλάι τους αλλά ο πόνος στο πόδι για κάποιο λόγο πολλαπλασιαζόταν, γινόταν ανυπόφορος. Ξεκίνησα να τρέχω πάλι, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Δεν τους είδα ξανά.
Λίγο μετά το Πικέρμι μου τράβηξε το βλέμμα η Μαρία, μια κοπέλα που είχε καρφώσει στα μαλλιά της ένα κλαδάκι ελιάς από τον Μαραθώνα. Τρέξαμε για λίγο δίπλα-δίπλα, πιάσαμε την κουβέντα, είχα ανάγκη να μιλήσω για να ξεχαστώ, να έχω κάποιον δίπλα. Πήγαμε έτσι μέχρι την Παλλήνη, μέχρι την ανηφόρα του 25ου χιλιομέτρου που μου είχε πει ο Δημήτρης, μετά την έχασα, απομακρύνθηκε. Ο κόσμος στην Παλλήνη ήταν συγκλονιστικός, είναι μέσα στην κουλτούρα των ανθρώπων του τόπου πως η πόλη τους βρίσκεται στο δυσκολότερο ίσως κομμάτι του αγώνα και είναι όλοι εκεί, πρόθυμοι να χαμογελάσουν, να εμψυχώσουν, να πουν μια κουβέντα που θα δώσει θάρρος!
Μετά την Παλλήνη ένοιωθα την εξάντληση να με κυριεύει αλλά δεν είχα σκοπό να το βάλω κάτω. Η απόσταση πλέον μετρούσε αντίστροφα και ήμουν σίγουρος πως θα τερματίσω με αξιοπρέπεια! Ναι, μπορεί να ήταν ιεροσυλία αλλά ήμουν πλέον σίγουρος, έβλεπα τον εαυτό μου να μπαίνει στο Καλλιμάρμαρο, είχα αρχίσει να φαντάζομαι τη στιγμή, έπλαθα εικόνες ζωντανές λες και της είχα ήδη ζήσει!
Κάπου εκεί, στο ύψος της Ανθούσας πρέπει να ήταν, πιάσαμε κουβέντα με την Έφη. Ο σωστός άνθρωπος στο σωστό σημείο! Τρελοκομείο σκέτο, γέλιο μέχρι δακρύων, η κουβέντα μας έκανε την «καταραμένη» ανηφόρα του 30ου χιλιομέτρου πιο επίπεδη!
Στο 30ο χιλιόμετρο βρίσκεται ο πιο σημαντικός ίσως σταθμός ανεφοδιασμού του Αυθεντικού Μαραθωνίου. Είναι το πρώτο σημείο που μπορεί ο δρομέας να βρει Coca Cola, το καλύτερο καύσιμο πριν χτυπήσει ο «τοίχος» της εξάντλησης. Το ήξερα, το είχα μελετήσει, το περίμενα με λαχτάρα, είναι άλλωστε το σημείο αυτό το ψυχολογικό όριο του αγώνα, το τέλος της ανηφόρας λίγο πριν υποδεχτεί τον δρομέα η Αθήνα! Ήπια λαίμαργα ένα ποτήρι αναψυκτικό, ένοιωσα αμέσως το σώμα μου να ενυδατώνεται, μου έφυγε η ζαλάδα από το κεφάλι, κοίταξα μπροστά στη ανηφόρα που ακολουθούσε με αισιοδοξία. Κοντοστάθηκα σε ένα πανό που κρεμόταν από τη γέφυρα της Αγίας Παρασκευής λίγο παραπάνω.

 
Παρόλη την κούρασή μου ξέσπασα σε γέλια! Τόσο γελοίο αλλά συνάμα τόσο δυναμωτικό! Ζήλεψα τον άνθρωπο που απευθυνόταν, ειλικρινά.
Ο πόνος στο δεξί μου πόδι είχε γίνει αφόρητος, όσο έτρεχα τόσο πονούσα αλλά σε κάθε στάση για ανεφοδιασμό τα πράγματα γινόταν ακόμα χειρότερα. Ήξερα πως αν σταματούσα έστω για λίγο, δεν θα είχα το κουράγιο να αντέξω. Ωστόσο η διάθεσή μου ήταν εκείνη που με κρατούσε, οι ανάσες μου έβγαιναν αβίαστα, η καρδιά μου είχε συνηθίσει στον ρυθμό και δεν είχα ούτε μία υποψία ζαλάδας ή αδιαθεσίας.
Λίγο μετά τη γέφυρα της Αγίας Παρασκευής συνάντησα ξανά τη Μαρία. Ήταν εξαντλημένη, πιάσαμε την κουβέντα, γνωρίστηκαν με την Έφη και συνεχίσαμε μαζί, μια παρέα!
Η διαδρομή από το 32ο χιλιόμετρο και μετά ήταν μέσα στην Αθήνα, σε γνώριμους τόπους. Χολαργός, Χαλάνδρι, Παπάγου, παντού κόσμος στους δρόμους να μας χειροκροτεί, να μας δίνει κουράγιο, το τέλος ήταν κοντά αλλά και τόσο μακριά! Κάθε χιλιόμετρο περνούσε πλέον βασανιστικά αργά, με πόνο, με συγκίνηση, με δάκρυ.
Έξω από το 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, λίγο πριν τη γέφυρα της Κατεχάκη στο 37ο χλμ, έτρεξα πλάι σε έναν νεαρό που έσπρωχνε ένα αναπηρικό αμαξίδιο με ένα παλικάρι 14-15 χρονών. Τα μάτια μου βούρκωσαν, ήταν συγκλονιστικό. «-Είσαι παλικάρι, είσαι αστέρι, είσαι ψυχάρα!» του φώναξα και τον είδα που μέσα από τα γυαλιά του έκλαιγε. Από πόνο, από συγκίνηση; Το παλικάρι στο αμαξίδιο γελούσε με την καρδιά του και χειροκροτούσε. Κάπως έτσι πρέπει να είναι οι άγγελοι στη γη…
Η κούραση αλλά και η ανυπομονησία γιγαντώνονταν όσο περνούσε η ώρα. Κάθε 500 μέτρα η Μαρία με ρωτούσε σε πιο χιλιόμετρο βρισκόμασταν και πάντα απογοητευόταν από την απάντηση! «-Λίγο ακόμα» και «-Λίγο ακόμα, κάνε υπομονή!». Υπέφερε, την έβλεπα. Κρατιόταν από το «μαζί», μήπως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με όλους μετά από 40 χιλιόμετρα στον δρόμο;
Η Έφη από την άλλη, ζούσε την κάθε στιγμή! Την χαιρόμουν πραγματικά, χόρευε, τραγουδούσε, χαιρετούσε και φώναζε στον κόσμο, τραβούσε φωτογραφίες, το ζούσε με όλη της την καρδιά! Μας έδινε δύναμη να μην λυγίσουμε!
 
Στο 40ο χιλιόμετρο περάσαμε έξω από το Χίλτον και τον «Δρομέα» του Βαρώτσου. Τι ομορφιά, τι ανακούφιση! Τι προσμονή για τον τερματισμό, το Καλλιμάρμαρο ήταν κοντά!
«-Χαμογελάστε, μας παίρνουν φωτογραφίες!», άκουσα την Έφη να ψιθυρίζει και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα τρανταχτό γέλιο που βγήκε από τα στήθη μου!
Αφήσαμε πίσω το Μέγαρο Μουσικής, πανηγύρι στην πλατεία από ροκ συγκροτήματα.
«-Πόσο θέλουμε ακόμα;» με ρώτησε η Μαρία ξανά μετά από λίγο.
Κοίταξα το ρολόι μου, έγραφε «41,200», κοίταξα στο βάθος και είδα τον Εθνικό Κήπο στη συμβολή του με την Βασιλίσσης Σοφίας.
«-Τέλειωσε ο αγώνας Μαρία» της είπα. «-Τώρα τρέχουμε για τον τερματισμό!»
Στρίψαμε στην Ηρώδου Αττικού. Μια κατηφορική ευθεία ανοιγόταν μπροστά. Ίσως το ομορφότερο δρομικό χιλιόμετρο στον κόσμο!
Τα πόδια μου έβγαλαν φτερά!
Ο δρόμος στενός, δεξιά ο Εθνικός Κήπος, αριστερά το Προεδρικό Μέγαρο με τους Εύζωνες να κάνουν αλλαγή φρουράς.
Ο κόσμος μας χειροκροτούσε! Η ατμόσφαιρα μαγική, ηδονική!
Πέρα από κάθε φαντασία!
Τελευταία στροφή για το Καλλιμάρμαρο.
Ένα πανό έγραφε «250 μέτρα ακόμα»!
Έτρεχα με όλη μου την ψυχή.
Πατήσαμε στο ταρτάν του σταδίου. Το κορμί μου έτρεμε από την συγκίνηση.
Γύρισα το βλέμμα μου προς την Μαρία.
Τα μάτια της έτρεχαν σαν μικρά ποτάμια….
Λίγα μέτρα μέσα στο Καλλιμάρμαρο, μακάρι να ήταν αιωνιότητα η στιγμή.
Μακάρι να κρατούσε για πάντα αυτό το συναίσθημα.
Η στιγμή εκείνη που το όνειρο έγινε πραγματικότητα, που το «δεν μπορώ» έγινε «θέλω», «τολμώ» και «πραγματοποιώ».
Η μέρα που η μπλέ γραμμή στην άσφαλτο της Αττικής γης, ένωσε για πάντα το μυαλό και την καρδιά μου και τις έκανε φίλες καρδιακές.
Πιαστήκαμε χέρι-χέρι με την Έφη και την Μαρία και τερματίσαμε, το ρολόι μου έγραφε 5.28.04. Δεν μπόρεσα να συγκρατήσω μια κραυγή να βγει από το στόμα μου. Κοίταξα ένα γύρω στο στάδιο και δεν μπορούσα να πιστέψω αυτό που είχα ζήσει. Όλα ήταν σαν όνειρο, σαν να πατούσα σε ένα σύννεφο, λες και η πραγματικότητα ήταν μια διάσταση που δεν υπήρξε ποτέ, που δεν με ενδιέφερε να υπάρξει. Λες και ο κόσμος μου ήταν πάντα αυτός, Μαραθώνας, Τύμβος, Φειδιππίδης, Μιλτιάδης, Αθήνα, Καλλιμάρμαρο…
Η Έφη και η Μαρία ήρθαν προς το μέρος μου, αγκαλιαστήκαμε σε κύκλο και κλάψαμε με λυγμούς. Χωρίς να υπάρχει δικαιολογία, χωρίς εξήγηση. Ήμασταν συνταξιδιώτες στο όνειρο κι αυτό ήταν αρκετό!
Τη στιγμή που μου κρεμούσε μια κοπέλα το μετάλλιο του Αυθεντικού Μαραθωνίου στο λαιμό, άκουσα το όνομά μου από τις κερκίδες. Ήταν η Ρένα και τα παιδία. Πήγα προς το μέρος τους, αγκάλιασα τα παιδιά και με έπιασε πάλι εκείνο το κλάμα το ανεξήγητο.
 
«-Τι έχεις μπαμπά, γιατί κλαίς;», με ρώτησε ο Στέφανος.
«-Γιατί είμαι ευτυχισμένος παιδί μου», του απάντησα!

Το Καλλιμάρμαρο με τα μάτια της μικρής μου!
Το κουβαλούσα στο τσαντάκι μου μαζί με τα βραχιολάκια τους
σε όλη τη διαδρομή!


 
 
 
 
 
 
 
 
 

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Στήριγμα...


Λένε πως, τους φίλους που κάνουμε μέχρι τα 12 χρόνια μας, του θυμόμαστε για μια ζωή.
Κάπως έτσι πρέπει να είναι. Είναι βλέπεις τα χρόνια εκείνα που τα χαρακτηρίζει η ξεγνοιασιά, το παιχνίδι, η ελαφρότητα της ύπαρξης.
Ήταν τότε που το μόνο που είχε ενδιαφέρον για τα παιδιά ήταν να βγούν από το σπίτι μετά το σχολείο και να επιστρέψουν όταν τα φώτα του δρόμου είχαν ανάψει. Ήταν η εποχή της αθωότητας, τα χρόνια που η εγκληματικότητα στις γειτονιές ήταν κάτι σπάνιο, που η κρατική τηλεόραση άνοιγε το πρόγραμμά της στις 5 το απόγευμα με τον "Θησαυρό της Βαγίας" ή την "Εκπαιδευτική τηλεόραση" και το έκλεινε αμέσως μετά το δελτίο των 12 με τον Εθνικό Ύμνο και την εικόνα της γαλανόλευκης να κυμματίζει γαλήνια... Ήταν πριν η ιδιωτική τηλεόραση βάλει στα σπίτια μας την "πολυφωνία", τα δεκάδες σήριαλ, τις πρωινές εκπομπές, τα τηλεπαιχνίδια του Σαββατοκύριακου και τις αμέτρητες διαφημίσεις. Πριν τα σαλόνια των σπιτιών γεμίσουν εγκλήματα, αίμα και βόμβες σε ζωντανή μετάδοση από το Ιράκ και τον εμφύλιο στην Γιουκοσλαβία.

Στα 10 μου χρόνια πρέπει να είχα τους καλύτερους φίλους που απέκτησα ποτέ μου. Ούτε θυμάμαι πώς γνωρίστηκα με κάποιους από αυτούς, είτε έκαναν οι γονείς μας παρέα είτε ήταν από τη μοίρα γραφτό να σμίξουμε αφού μια πόρτα στην κυριολεξία χώριζε τα σπίτια μας.
Ο πιο παλιός γνώριμος είναι οπωσδήποτε ο Βαλάντης. Οι μανάδες μας έκαναν παρέα από μικρές ήταν αναπόφευκτο να κάνουμε κι εμείς. Πέρασαν τα χρόνια, γίναμε κουμπάροι, αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν χωράει εδώ.
Λίγο πιο κάτω από το πατρικό μου σπίτι έμενε ο Μιχάλης. Καλό παιδί, λιγάκι "χοντροκομμένος" στους τρόπους του αλλά δεν με πείραζε καθόλου. Τον καταπίεζαν πολύ οι γονείς του, κάποια στιγμή αυτό μπήκε ανάμεσά μας. Δεν άντεχα να τον βλέπω να υποφέρει από τις φωνές και τις απειλές της μάνας του κάθε φορά μόνο και μόνο για να μπορέσει να βγει λίγο από το σπίτι.
Απέναντι από τον Μιχάλη έμενε ο Ανδρέας. Καλότροπο παιδί, μου άρεσε πολύ να κάνω παρέα μαζί του επειδή δεν ήταν σαν εμάς τους υπόλοιπους. Σεμνός και μετρημένος, ήταν αυτό το χαρακτηριστικό του που αργότερα με έκανε να σιχαίνομαι τον ηγεμονικό του πατέρα για την καταπίεση και τη βία που ακούσε πάνω του με το παραμικρό παράπτωμα. Ακόμα και σήμερα όταν ακούσω το χαρακτηριστικό επώνυμο του Ανδρέα από κάποιον, στο νου μου φέρνω αυτό τον ψυχρό άνθρωπο που δεν επέτρεπε στο παιδί του καμία παρεκτροπή.
Στο στενάκι που έμενε η γιαγιά μου έμενε κι ο Γιάννης, Μαρίνα θυμάμαι λέγαν τη μαμά του, είχε μια μικρή αδερφή που τα σγουρά μαλλιά της ήταν μονίμως γεμάτα κόνιδες. Ο πατέρας του δούλευε στα παλιά σφαγεία αλλά πρέπει να ήταν καλός άνθρωπος. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές συνειδητοποιώ πως δεν θυμάμαι να άκουσα ποτέ τη φωνή του. Ένας άνθρωπος σαν σκιά, σαν φάντασμα. Κάναμε πολύ παρέα με τον Γιάννη, η μάνα μου μόνιμα μου έλεγε να τον αποφεύγω γιατί ήταν πολύ ζωηρός και δημιουργούσε κατά καιρούς προβλήματα. Σπάνια της έδινα σημασία.
Κάποια στιγμή ενώ ήμουν στις μεσαίες τάξεις του δημοτικού, εγκαταστάθηκε μια οικογένεια απέναντι ακριβώς από το πατρικό μου. Η μάνα παλιά γνώριμη με τη δική μου από τα παιδικά τους χρόνια, ο πατέρας και τα δύο τους αγόρια, ο Νίκος και ο Αποστόλης. Μετακόμισαν από τον Πειραιά, αγνοώ το λόγο, όμως με τα παιδιά δέσαμε από την πρώτη στιγμή και γίναμε αχώριστοι. Η μετακόμιση αυτή εκτός από τους ίδιους, είχε πολλές συνέπειες και για μένα και κατ' επέκταση για την παρέα ολόκληρη. Τα δύο αδέρφια όπως είναι φυσικό είχαν εντελώς διαφορετική νοοτροπία για τα πράγματα αφού προέρχονταν από μια άλλη κοινωνία. Ήταν πιο απελευθερωμένα, τα όρια που τους επέβαλαν ήταν πιο χαλαρά, η βρισιά δεν ήταν λάθος, η πορνό τράπουλα δεν ήταν ταμπού γι' αυτούς. Στο σαλονάκι τους είδα την πρώτη μου βιντεοκασέτα, είπα την πρώτη μου βρισιά, έμαθα τί είναι Walkman, έπαιξα για ώρες πολλές Subbuteo.
Την εποχή εκείνη, τέλη της δεκαετίας του 1980, τα οικιακά ηλεκτρονικά παιχνίδια ήταν λιγοστά. Δεν υπήρχαν ακόμα τα PlayStation και τα Nintendo, ο βασιλιάς των βιντεο-παιχνιδιών ήταν το Atari με τα υποτυπώδη γραφικά και κάποια Commodore computers που φόρτωναν από μαγνητικές ταινίες και συνδέονταν στην τηλεόραση. Η ευλογία των παιδικών μου χρόνων ήταν πως όλα αυτά ήταν για τις τσέπες των λίγων και σίγουρα όχι για την τσέπη των δικών μου γονιών που αγωνίζονταν να μεγαλώσουν πέντε παιδιά. Το ίδιο ίσχυε και για τους υπόλοιπους στην παρέα και μόνη μας διέξοδος ήταν τα "μπιλιαρδάδικα" της εποχής με τα θρυλικά ηλεκτρονικά arcade παιχνίδια που για να μπορέσει κάποιος να παίξει, έπρεπε να του περισσεύει το "δεκάρικο" αφού πρώτα μπορούσε να διαβεί το κατώλφι της πόρτας που κανονικά ήταν απροσπέλαστο για την ηλικία μας.
Όλα αυτά που καθόλου δεν μας άρεσαν τότε αλλά θεωρώ πως ήμασταν τόσο μα τόσο τυχεροί που έμπαιναν εμπόδιο στις ορέξεις μας, μάς έσπρωχναν κάθε απόγευμα μετά το τέλος της "ώρας κοινής ησυχίας", στον δρόμο!
Το καθημερινό μας παιχνίδι ξεκινούσε με ποδόσφαιρο μέχρι να μας καταβρέξει κάποιος γείτονας επειδή του χαλούσαμε την ησυχία, βόλτες με το ποδήλατο που ξέφευγαν από τα στενά όρια της γειτονιάς, σκισμένα παντελόνια, πληγωμένα γόνατα, σημαδεμένα χέρια, φωνές, τσακωμούς, συμφιλίωση και πάλι τσακωμούς και δως του από την αρχή.
Μου κάνει εντύπωση τώρα που τα φέρνω στο μυαλό μου πως, ποτέ όσα χρόνια κάναμε παρέα με τους φίλους των παιδικών μου χρόνων, δεν μαλώσαμε τόσο ώστε να σταματήσουμε να μιλάμε για κάποιο διάστημα μεταξύ μας. Δεν πιαστήκαμε ποτέ στα χέρια, δεν χτυπήσαμε ποτέ ο ένας τον άλλο ηθελημένα. Ήταν μάλλον αυτή η μαγιά που μας έδενε σαν το προζύμι, που γινόμασταν όλοι μια γροθιά όταν κάποιος ενοχλούσε το φιλαράκι μας, που μπορεί να ήμασταν μικροί και άπειροι αλλά νοιώθαμε ο ένας τον άλλο, μοιραζόμασταν τις αγωνίες και τον φόβο. Είχαμε ειλικρινή αγάπη και γι' αυτό ήμασταν δεμένοι.
Ήμασταν ο ένας το στήριγμα του άλλου.

Αυτές τις μέρες ήρθε στο μυαλό μου ένα περιστατικό που έζησα τότε με τους φίλους μου, ένα περιστατικό που αποδεικνύει όλα τα παραπάνω.
Οι γονείς μας μάταια προσπαθούσαν να μας κλείσουν μέσα σε όρια. Διαρκώς με τη μύτη του παπουτσιού μας σβήναμε λίγο από την κιμωλία που σχημάτιζε τον κύκλο γύρω μας και κάναμε βόλτες μακρινές, έξω από αυτόν. Σε μέρη ενδεχομένως επικίνδυνα που όμως, έγιναν η αφορμή να ζήσουμε σε διαστάσεις που τα σημερινά παιδιά δεν έχουν δυστυχώς την ευκαιρία να φανταστούν.
Τα μέρη που ήταν απαγορευμένο να πάμε ήταν κυρίως δύο. Του "Μπαντουβά οι σταύλοι", ένα παλιό συγκρότημα στάβλων, ένα τεράστιο οικόπεδο που σήμερα βρίσκεται ένα μεγάλο σχολικό συγκρότημα στην περιοχή της Κηπούπολης και τα "Νταμάρια", ένα παλιό εγκαταλελειμένο νταμάρι πολύ κοντά στο πατρικό μου με μια πολύ μεγάλη χέρσα έκταση πάνω ακριβώς πάνω από αυτό επίπεδη σαν ταψί στον Κατσαμπά.
Και τα δύο μέρη τα σκέπαζε μυστήριο και όχι άδικα.
Στους μεν "σταύλους" υπήρχαν δύο κτίσματα που έλεγαν πως είναι στοιχειωμένα, όχι άδικα αν σκεφτεί κανείς πως, όπως έμαθα αργότερα, ήταν τόπος βασανιστηρίων, κολαστήριο στα χρόνια του εμφυλιου. Τους αναφέρει μάλιστα η Ρέα Γαλανάκη στον "Αιώνα των Λαβυρίνθων".
Στα δε "νταμάρια", υπήρχαν διάσπαρτα εγκαταλελειμένα κτίσματα από την εποχή που το νταμάρι ήταν ενεργό, ενώ υπάρχει μέχρι σήμερα η φήμη πως φεύγοντας από την Κρήτη οι Γερμανοί είχαν εγκαταλείψει εκρηκτικά και βόμβες διάσπαρτα που έγιναν αφορμή να σκοτωθούν ντόπιοι σε ατυχήματα που ακολούθησαν τον πόλεμο.
Ένα μεσημέρι που η γειτονιά δεν μας χωρούσε, καλοκαίρι ήταν θυμάμαι, όλοι εκτός από εμάς ήθελαν ησυχία και ο τόπος δεν μας έβαζε, κανονίσαμε όλη η "συμμορία" και χωρίς να πούμε τίποτα σε κανέναν καβαλήσαμε τα ποδήλατα και φύγαμε για το νταμάρι για να παίξουμε μπάλα. Το παράπτωμα ήταν βαρύ και αλοίμονό μας έτσι κι έφτανε στ' αυτιά των γονιών!
Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή δεν είχα δικό μου ποδήλατο και πήρα του αδερφού μου, ένα παλιό "Velamos" που ο Πέτρος είχε περιποιηθεί κι έμοιαζε σαν αγωνιστικό. Όλα τα παιδιά το ζήλευαν, έλεγαν όλοι στην παρέα πως ήταν το πιο γρήγορο στη γειτονιά. Το καβάλησα και ένοιωθα λες και ήμουν ο ιππότης πάνω στο χρυσοστολισμένο άλογο, λες και το μπόι μου πάνω στη σέλα έφτανε στον ουρανό!
Ξεκινήσαμε όλοι μαζί, περάσαμε το παλιό νεκροταφείο, οι δρόμοι τότε δεν είχαν κίνηση, άντε πού και ένα αυτοκίνητο να συναντούσαμε κι αυτό κατά τύχη. Μετά το νεκροταφείο ξεκινούσε μια κατηφόρα μέχρι το νταμάρι, σε ένα σημείο μόνο έπρεπε να κάνω πετάλι για να περάσω το επίπεδο κομμάτι του δρόμου. Οι υπόλοιποι με κοιτούσαν και ένοιωθα να με θαυμάζουν, παρόλο που τα δικά τους ποδήλατα ήταν σαφώς πιο καινούργια, άλλα με ταχύτητες, άλλα BMX της εποχής, εγώ είχα το πιο γρήγορο, έκανα το λιγότερο πετάλι στην κατηφόρα, τα λάστιχα ίσα που αγγίζαν την καυτή άσφαλτο!
Πενήντα μέτρα πριν το νταμάρι υπήρχε μια απότομη κατηφόρα. Αποφάσισα χωρίς να το πολυσκεφτώ να εντυπωσιάσω ακόμα περισσότερο το "κοινό" μου και, πάτησα μερικές πεταλιές για να την κατέβω ακόμα πιο γρήγορα! Τα λάστιχα φυσούσαν, η αλυσίδα γουργούριζε ευχαριστημένη από την ποσότητα του λαδιού που την άγγιζε, εγώ χαμογελούσα κι ένοιωθα σαν θεός και, κάπου εκεί, ήρθε η καταστροφή... Με την ορμή που κινιόταν το ποδήλατο, ούτε κατάλαβα πως αναιπαίσθητα κουνήθηκε το τιμόνι, το ποδήλατο γύρισε το πλάι εκτοξεύοντάς με από τη σέλα και σύρθηκα για κάμποσα μέτρα με το δεξί μέρος του προσώπου μου στην άσφαλτο, κοιτώντας παράλληλα ένα αυτοκίνητο να περνάει λίγα εκατοστά δίπλα από το κεφάλι μου...
Όταν κατάφερα να συνειδητοποιήσω τί είχε γίνει, ένοιωθα σαν να με είχε πατήσει οδοστρωτήρας. Το πρόσωπό μου ήταν σημαδεμένο και αιμοραγούσε, το ίδιο και το δεξί μου γόνατο, το γόητρό μου όμως ήταν εκείνο που είχε πληγωθεί ανεπανόρθωτα. Πώς ήταν δυνατόν, εγώ, ο "γρήγορος" να την έχω πατήσει έτσι σαν πρωτάρης;
Οι υπόλοιποι μαζεύτησαν γύρω μου. Όχι για να με χλευάσουν, μα για να δουν αν χτύπησα σοβαρά.
Ντρεπόμουν.
Σκεφτόμουν τις συνέπειες με την επιστροφή μου στο σπίτι. Τη φασαρία, τις φωνές, πώς μπορούσα να δικαιολογηθώ στους δικούς μου που παράκουσα την εντολή τους;
Έτσι όπως καθόμουν σαν δαρμένος μέσα στη μέση του δρόμου, αυτό που ακολούθησε με έκανε να αγαπήσω τους φίλους μου ακόμα περισσότερο.
Αντί να με κοροϊδέψουν, αντί να εκμεταλευτούν την αδυναμία μου, έκαναν το όχι και τόσο αυτονόητο. Συσπειρώθηκαν στο πλευρό μου, ενώ θα μπορούσαν να αποστασιοποιηθούν.
Κατέστρωσαν ένα σχέδιο. Θα πηγαίναμε στο νταμάρι να παίξουμε μπάλα όπως είχαμε συμφωνήσει και θα σκηνοθετούσαμε ένα χτύπημα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού που, δεν θυμάμαι πώς ακριβώς το είχαμε σκεφτεί, θα μας ενέπλεκε όλους, ώστε να μην πέσει πάνω μου βαριά η δαμόκλειος σπάθη της τιμωρίας.
Έτσι κι έγινε. Στο γηπεδάκι που είχαμε διαμορφώσει στο νταμάρι, άρχισαν όλοι να κοπανιόνται σαν τρελοί, να πέφτουν κάτω, να λερώνουν τα ρούχα τους, να σκίζουν τα παντελόνια τους, μόνο και μόνο για να μην φαίνομαι ο μόνος χτυπημένος.
Για το χατήρι του φίλου.
Αργά το απόγευμα, επιστρέψαμε στη γειτονιά.
Επιτάφιος θρήνος!
Οι μανάδες ξέσπασαν, τα σπίτια γέμισαν φωνές αγανάκτησης για το θέαμα που παρουσιάζαμε ο καθένας ξεχωριστά και οι σφαλιάρες έπεφταν βροχή!
Θυμάμαι λίγα από εκεί και πέρα.
Θυμάμαι έντονα το πληγωμένο πρόσωπό μου που για μέρες μετά μου έφερνε στο μυαλό το ατύχημα.
Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ, είναι το βλέμμα του Αποστόλη στην αυλή του σπιτιού τους, αυτό το βλέμμα που με κοίταξε καθώς τον χτυπούσε και τον έσπρωχνε η μάνα του για να τον βάλει στο σπίτι.
Για χάρη μου.
Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι' αυτό το γεγονός.

Τους λάτρεψα ακόμα περισσότερο τους φίλους μου μετά από εκείνο το απόγευμα.
Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν, να χωριστήκαμε όταν έφτασε η ώρα να πάμε στο Γυμνάσιο, όμως νοιώθω πως δεν έκανα ποτέ ξανά φίλους όπως εκείνους που είχα στα δέκα μου χρόνια.
Πώς θα μπορούσα άλλωστε;

Οι αλάνες που παίζαμε έγιναν σχολεία και εργατικές κατοικίες, τα παιδιά δεν παίζουν πια μπάλα στους δρόμους ούτε μένουν έξω με φίλους μέχρι να νυχτώσει.
Μόνο η φιλίες μας έχουν μείνει σαν φυλακτό στο μέρος της καρδιάς να μας θυμίζουν πως, μόνη μας τελικά πατρίδα, είναι τα παιδικά μας χρόνια...
 

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Το τρέμουλο...



Η μεγαλύτερη ευεργεσία που δίνει το τρέξιμο στον δρόμο δεν είναι ούτε η ευεξία, ούτε η καλή φυσική κατάσταση.
Είναι το δέσιμο για τον κοινό σκοπό, για την ίδια τρέλα και την αγάπη με τους άλλους ανθρώπους, γνωστούς και άγνωστους που αγκομαχάνε τριγύρω μαζί σου!
Στα δύο περίπου χρόνια που τρέχω, έχω τρέξει σε αγώνες δρόμου, βουνού, επίπεδους, με ανηφόρες που μου έπαιρναν την ανάσα, σε πόλεις και χωριά της Κρήτης. Θυμάμαι τον κάθε αγώνα ξεχωριστά, κάθε στιγμή που κουράστηκα, που δυσκολεύτηκα, που τέλειωσαν οι ανάσες μου και ήμουν έτοιμος να καταρρεύσω. Θυμάμαι αγώνες που απόλαυσα τον τερματισμό όσο τίποτε και άλλους που τερμάτισα με αγωνία μήπως λιποθυμήσω και γίνω ρεζίλι στον κόσμο που κοιτούσε τριγύρω.
Ένας από τους αγώνες που θα μείνουν για πάντα χαραγμένος στη μνήμη μου, είναι ο 3ος Ημιμαραθώνιος Κρήτης που έγινε στο Αρκαλοχώρι την 1η Οκτωβρίου 2017.
Τον περίμενα με ιδιαίτερη αγωνία αυτό τον αγώνα από την ημέρα κιόλας της προκήρυξής του γιατί δεν είχα καταφέρει να τον τρέξω πέρυσι. Η αγωνία μου έγινε λαχτάρα κι ευτυχία όταν η Κατερίνα από την Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι μου είπε πως θα έρθει με τους φίλους της για να τρέξουμε μαζί!
Από τη στιγμή που το έμαθα δεν έβλεπα την ώρα, ξέχασα τον αγώνα, το τρέξιμο, τις προπονήσεις και το μόνο που λαχταρούσα πλέον ήταν να βρεθώ κοντά σε φίλους αγαπημένους να τρέξουμε μαζί, να τερματίσουμε δίπλα-δίπλα. Το χαμόγελο, την κουβέντα, τις στιγμές!
Μέχρι να φτάσει η ευλογημένη στιγμή του αγωνιστικού τριημέρου συνέβησαν πολλά στη ζωή μου. Τα όμορφα προσπάθησα να τα ζήσω με όλη μου την καρδιά. Στα δύσκολα πάντα μα πάντα ερχόταν το "Αρκαλοχώρι" στο μυαλό μου...
Όταν πονούσα έφερνα τη στιγμή του τερματισμού δίπλα στους αγαπημένους στο μυαλό μου και ο πόνος λιγόστευε, γινόταν χάδι, δάκρυ και λυγμός και εξαφανιζόταν! Τί είναι ο πόνος μπρός στην ευτυχία; Ένα σημαδάκι στο τζάμι που καθαρίζει με το δάχτυλο!
Η μέρα έφτασε, οι φίλοι ήρθαν! Τί ευλογία! Τί ευτυχία να βρίσκεσαι με ανθρώπους χαμογελαστούς που δεν τσιγκουνεύονται τον λόγο τον καλό, την όμορφη κουβέντα!

Χαρήκαμε, κουβεντιάσαμε, αγκαλιαστήκαμε, κλάψαμε.
Ένοιωσα λυτρωμένος μόνο και μόνο με τους την παρουσία τους, ειδικά της Κατερίνας που σε κάθε στιγμή, καλή ή κακή είναι εκεί, πρόθυμη να μου μιλήσει, να μου περάσει τη δύναμή της.
Να μου δώσει κουράγιο να συνεχίσω.

Σταθήκαμε όλοι μαζί στην εκκίνηση, η Κατερίνα, ο Γιάννης, η Ελισάβετ, ο Αλέξανδρος κι εγώ και ανταλλάσσαμε παιχνιδιάρικες ματιές για να "μετρήσουμε" ο ένας τον άλλο, για να δούμε πώς θα κινηθούμε στον αγώνα, τη στρατηγική που είχε ο καθένας σκοπό να ακολουθήσει. Ποιά στρατηγική δηλαδή που με τα γέλια και τις φωνές μας είχα πάει όλα περίπατο!
Ευτυχώς!
Αποφασίσαμε να τρέξουμε μαζί, πλάι-πλάι και να τραβήξουμε ο ένας τον άλλο, ανάλογα με τη διάθεση. Ο αγώνας ξεκίνησε, το πλήθος των δρομέων μας προσπερνούσε κι εμείς όσο περνούσε η ώρα, γελούσαμε και περισσότερο! Η Ελισάβετ και η Κατερίνα έκαναν φίλο όποιον περνούσε από πλάι τους, έπιασαν κουβέντα με τη Μαρουσώ από τη Σκόπελο, έδωσαν ραντεβού στον Κλασικό με δύο κοπέλες από την Αθήνα κι εγώ έτρεχα δίπλα στον Αλέξανδρο, πασχίζοντας καλά και σώνει να τον ξαναβαπτίσω Σταύρο, μάλλον γιατί αυτό το όνομα χωρούσε πιο άνετα στο λαχάνιασμά μου!
Τα χιλιόμετρα περνούσαν ευχάριστα. Σε κάθε χωριό που περνούσαμε, η Ελισάβετ φώναζε «-Έλα η Θεσσαλονίκη!!» και ο κόσμος ξεσπούσε σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα! Στο Θραψανό τρέχαμε δίπλα-δίπλα με την Κατερίνα, είχαμε ξεχωρίσει λιγάκι από τα παιδιά, όταν μια ηλικιωμένη μαυροφορεμένη γυναίκα άπλωσε το χέρι της και μας έδωσε από μία καραμέλα… Συγκινήθηκα, θυμήθηκα πολύ έντονα τη γιαγιά μου.

Όταν η κούραση άρχισε να μας καταβάλει, καθένας μας έψαχνε κάτι να του κρατήσει το μυαλό. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω το δικό μου «κάτι». Μέτρο με το μέτρο, όταν τα πόδια άρχισαν να μην υπακούν, γυρνούσα προς την Ελισάβετ και της φώναζα: «-ΕλιΣΑβετ!». Αυτό ήταν! Και πάλι γέλια και πάλι φωνές και η διαδρομή όλο και γινόταν πιο μικρή!
Τα τρία τελευταία χιλιόμετρα της διαδρομής ήταν δύσκολα, ανηφορικά. Η Ελισάβετ κουράστηκε, στην τελευταία ανηφόρα 100 μέτρα πριν τον τερματισμό ξεκίνησε να περπατάει. Την έπιασα από το χέρι, την τράβηξα μαζί μας. «-Έλα, είπαμε θα τερματίσουμε μαζί!»
Μπήκαμε στην ευθεία του τερματισμού δίπλα-δίπλα και οι τέσσερις. Πιαστήκαμε σφιχτά από τα χέρια, τα σηκώσαμε ψηλά και με χαμόγελο μέχρι τον ουρανό, τερματίσαμε!
Πόση χαρά, πόση ευτυχία!
Ένας αγώνας «μαζί», τόσο σπουδαίο αυτό το μαζί, πόσο απαίσιο μοιάζει το «μόνος» όταν έχεις φίλους!

Στον 3ο ημιμαραθώνιο Κρήτης έζησα δύο στιγμές που θα μου μείνουν χαραγμένες στο μυαλό, όσες συγκινήσεις κι αν ζήσω σε αγώνες στο μέλλον. Μία πριν τον αγώνα και μία λίγο μετά τον τερματισμό.

Πριν τον αγώνα, καθώς στεκόμασταν στην εκκίνηση με την Κατερίνα, παρατήρησα το χέρι της. Έτρεμε, προσπαθούσε να το σταματήσει αλλά μάταια.
Τη ρώτησα:
«-Κατερίνα, τρέμεις;» και μου απάντησε «-Πάντα.»
Μετά τον αγώνα, στεκόμασταν στην ουρά για να πάρουμε το δίπλωμά μας όταν ένοιωσα πίσω μου την Ελισάβετ. Γύρισα να της χαμογελάσω κι εκείνη με αγκάλιασε και μου είπε:
«-Σ’ ευχαριστώ πολύ».

Βούρκωσαν τα μάτια μου.

Τίποτα άλλο…. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν κάτι που μόνο όσοι έχουν βρεθεί «στον δρόμο» μπορούν να νοιώσουν.

Τερματίζοντας τα 21,097 χλμ του ημιμαραθωνίου, έτρεξα τα 5 χλμ μαζί με την κόρη μου, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία! J

Και στην άλλη με το καλό!

 


 

Η καραμέλα που μου έδωσε η γιαγιούλα στο Θραψανό

Με την Κατερίνα στην εκκίνηση

Ο Γιάννης, εγώ, η Κατερίνα, η ΕλιΣΑβετ και ο Αλέξανδρος


 

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

"Ηθοποιός, σημαίνει Φως"... όμως και η υποκριτική έχει τις σκοτεινές στιγμές της!


Την πιο σκοτεινή της στιγμή πρέπει να την γνώρισε η ηθοποιία τον Ιανουάριο του 1989 όταν αποφάσισα να.. ασχοληθώ με το θέατρο!
Χρόνια πριν ακόμα η Disney βγάλει στις αίθουσες το γνωστό παραμύθι, ο Σύνδεσμος Φροντιστηρίων Ξένων Γλωσσών Ανατολικής Κρήτης, αιώνες μπροστά από την εποχή του (!!!), αποφάσισε να ανεβάσει την παράσταση "Ο Αλλαντίν και το μαγικό λυχνάρι" με πρωταγωνιστές μαθητές από τα φροντιστήρια Αγγλικών του Ηρακλείου!
Υπεύθυνος της παράστασης, σεναριογράφος και σκηνοθέτης ήταν ο καθηγητής μου Γιάννης Μελεσσανάκης ο οποίος, λόγω της συμπάθειας που μου είχε, φρόντισε εντέχνως να παρακάμψει στην περίπτωσή μου τον κανόνα που είχε τεθεί οι "ηθοποιοί" να έχουν έστω το PALSO Elementary και να με καλέσει να λάβω μέρος στον θίασο.
Και όταν μιλάμε για θίασο, μην φανταστεί κανείς κανένα ομοιογενές σύνολο! Εγώ ήμουν ο μικρότερος σε ηλικία στην πρώτη γυμνασίου τότε, το μοναδικό αγόρι, ενώ ορισμένα από τα κορίτσια βρίσκονταν σε επίπεδο lower και έδιναν γενικές εξετάσεις για να περάσουν στο πανεπιστήμιο την επόμενη χρονιά!
Ξεκινήσαμε πρόβες στον χειμώνα του 1988. Συναντιόμασταν κάθε Σάββατο απόγευμα στα παλιά γραφεία του συλλόγου που βρίσκονταν στην οδό Βικέλα στο κέντρο του Ηρακλείου.
Θυμάμαι με πολύ νοσταλγία τις μέρες εκείνες. Ήταν μια ευκαιρία για μένα να αλλάξω παραστάσεις, να κάνω παρέα με παιδιά μεγαλύτερα από μένα. Να ζήσω κάτι διαφορετικό.
Το υποκριτικό μου ταλέντο δεν μπορώ να πω οτι ξεχώριζε (ίσα-ίσα!), όμως είχα όπως και οι υπόλοιποι πολύ όρεξη για αυτό που κάναμε. Δεν θα ξεχάσω πως από τα κοστούμια μέχρι τα σκηνικά ήταν όλα αποτέλεσμα της προσωπικής μας εργασίας, της τρέλας που μας είχε κατακυριεύσει.
Η γενική πρόβα που κάναμε μερικές μέρες πριν την παράσταση στο κινηματοθέατρο Αστόρια, ήταν και παραμένει για μένα κάτι το πρωτόγνωρο. Παρασκήνια, καμαρίνια, το στήσιμο των σκηνικών, πρόβα ξανά και ξανά...
Και μετά η παράσταση.....
Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, ειλικρινά. Ήμουν τόσο ζαλισμένος όταν βγήκα στη σκηνή να πω τις ατάκες μου που σχεδόν δεν κατάλαβα πως άρχισε και πώς τέλειωσε όλο αυτό.
Τα μόνα πράγματα που κατάφερα να συγκρατήσω ήταν η ζέστη από τους προβολείς που ένοιωσα στο πρόσωπο μόλις βγήκα στη σκηνή και οι φωνές των φίλων μου από τον εξώστη!
Η... επιτυχία μας συνεχίστηκε μετά από μερικές μέρες σε μια δεύτερη παράσταση που δώσαμε στον χώρο του Λυκείου Αγίας Βαρβάρας, μερικά χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο, βελτιωμένοι τεχνικά και υποκριτικά είναι η αλήθεια, χωρίς συνέχεια πάντως.
Κρίμα.
Ήταν η τελευταία φορά που βρεθήκαμε όλοι μαζί.
Από τα παιδιά που είχαμε λάβει μέρος στην παράσταση, δεν θυμάμαι και πολλά.
Θυμάμαι πολύ έντονα τη Σοφία που είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Πολύ έντονη προσωπικότητα. Δυναμικός χαρακτήρας, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της και ο καυγάς με τον σκηνοθέτη ήταν μια καθημερινότητα! Τα σαρδάμ της ήταν συνεχόμενα, σαν χαλασμένο κασετοφωνάκι ένα πράγμα, όμως αγαπούσε το τραγούδι και η φωνή της ήταν εξαιρετική.
Η Μαρία κρατούσε τον ρόλο της μητέρας. Η γλωσσού της παρέας! Ένα εξαιρετικό παιδί, μια παραγωγός αβίαστου γέλιου, τσιριχτή φωνή και μεγάλο υποκριτικό ταλέντο! Εμένα προσωπικά μου θύμιζε τη Ρένα Βλαχοπούλου στα νιάτα της!
Η Βάσω ήταν η μεγαλύτερη από όλους μας. Άνθρωπος αθόρυβος, τόσο που δεν θυμάμαι καν τον ρόλο της. Ήταν όμως πολύ γλυκειά και την φέρνω στο μυαλό μου με αγάπη.
Η μοναδική από τις συμμετέχουσες που "συναντάω" έστω και στο facebook ακόμα και σήμερα, είναι η Δέσποινα. Κρατούσε τον ρόλο της αγαπημένης του πρωταγωνιστή. Αιθέρια, ντελικάτη. Μια πραγματική ντίβα. Όλοι παιδευόμασταν ένα χειμώνα να μάθουμε πέντε γραμμές κι εκείνη ενώ ερχόταν σπάνια στις πρόβες, ήταν άψογα προετοιμασμένη, τυπική, ουσιαστική... Ανέβηκε στις σκηνή, είπε τις γραμμές της, χόρεψε, τραγούδισε... Άψογη.
Θα θυμάμαι πάντα με αγάπη αυτή την παράσταση.
Με δίδαξε πολλά, συνεχίζει να με διδάσκει αν και πέρασαν τόσα χρόνια.
Το σημαντικότερο όμως που με έκανε να καταλάβω απόψε είναι πως, ακόμα και στις άσχημες στιγμές μας, υπάρχει πάντα κάτι που μπορεί να μας κάνει να νοιώσουμε όμορφα.
Έστω κι αν έχει συμβεί πριν από πολλά πολλά χρόνια.
Μια ξεχωριστή ανάμνηση μπορεί να μας κάνει να χαμογελάσουμε για λόγους που μπορεί να μην είναι προφανείς!

 
 
 

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Η "Αγέλαστος Πέτρα" και ο Παναγιώτης Φαρμάκης μέσα μου...

Η Αγέλαστος Πέτρα ήταν, σύμφωνα με την μυθολογία, ένας βράχος στην Ελευσίνα πάνω στον οποίο κάθησε η Δήμητρα για να θρηνήσει για την Περσεφόνη την κόρη της που την άρπαξε ο Πλούτωνας.
Ο μύθος αυτός συγκινούσε πάντα τους Έλληνες και οι λόγοι είναι πολλοί.
Η μάνα που χάνει το παιδί της από τον θεό του κάτω κόσμου.
Ο συμβολισμός του θανάτου.
Ο χειμώνας που σκοτεινιάζει τα πάντα.
Και μετά η ανάσταση.
Η Περσεφόνη κάθε Άνοιξη επιστρέφει στην μητέρα της.
Η φύση ξαναγεννιέται.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια ήταν μια μυστηριακή τελετή που τελούνταν προς τιμή της Δήμητρας και της Περσεφόνης, ήταν δε η ιερότερη και πιο σεβαστή από όλες τις γιορτές της αρχαίας Ελλάδας.
Η απαρχή των Μυστηρίων ανάγεται με βεβαιότητα πριν τον 8ο π.Χ. αιώνα σύμφωνα με την χρονολόγηση των αντικειμένων που βρέθηκαν στον αρχαιολογικό χώρο του Τελεστηρίου.
Τα Ελευσίνια Μυστήρια λάμβαναν χώρα μέχρι το 392 μ.Χ. όταν ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Α' του Βυζαντίου με διάταγμά του διέταξε το κλείσιμο όλων των αρχαίων ιερών σε μια προσπάθεια να καταστείλει την αντίσταση των οπαδών της αρχαιοελληνικής θρησκείας στην επιβολή του Χριστιανισμού.
Τα τελευταία απομεινάρια των Μυστηρίων εξαλείφθηκαν το 396 όταν ο βασιλίας των Γότθων Αλάριχος, συνοδευόμενος από χριστιανούς ιερείς, κατέστρεψε το ιερό της Ελευσίνας και θανάτωσε όλο το ιερατείο....
Οι εποχές που ακολούθησαν φέρθηκαν αμείλικτα στην Ελευσίνα.
Πόνος κι εγκατάλειψη για μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας.
Η ταφόπλακα στην ιστορική σημασία της πόλης, σφραγίστηκε κατά κάποιο τρόπο τον 20ο αιώνα.
Η ευρύτερη περιοχή του κάμπου της Ελευσίνας μετατράπηκε σε βιομηχανική ζώνη διύλησης πετρελαίου, οι γύροι λόφοι έγιναν πρώτη ύλη του τσιμέντου που χρησιμοποιήθηκε στην Αθήνα της αντιπαροχής από τα εργοστάσια της περιοχής και η Ελευσίνα υποβαθμίστηκε τόσο πολύ που το όνομά της έχει γίνει συνώνυμο της βιομηχανοποίησης, της εγκατάλειψης, της κακώς εννοούμενης ανάπτυξης.
Ο Φίλιππος Κουτσάφτης
Τον Φίλιππο Κουτσάφτη παρακίνησε στις 20 Μαίου 1988 "Τύχη Αγαθή" όπως ο ίδιος αναφέρει να ξεκινήσει να φτιάξει ένα αφιέρωμα στον τόπο της Περσεφόνης και της Δήμητρας.
Τα γυρίσματα κράτησαν 10 χρόνια και είχαν σαν αποτέλεσμα να δημιουργθεί ένα πραγματικό αριστούργημα που κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 2000.


Η ταινία ταξιδεύει μέσα από τα μάτια των κατοίκων της Ελευσίνας στην ιστορία της περιοχής.
Ζωντανεύει την δεκαετή καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν σ αυτή. Νοιώθει τα προβλήματά τους, πονάει με τις ανησυχίες τους.
Περπατάει δίπλα τους στις ανασκαφές που γίνονται στις γειτονιές της, που φέρνουν ξανά στο φως του Ήλιου εικόνες μοναδικές και αμέσως μετά τις κλείνουν πίσω από τις πόρτες μιας αποθήκης.
Ο αρχαιολογικός χώρος γίνεται οικόπεδο, το οικόπεδο οικοδομή και η οικοδομή πολυκατοικία.
Οι άνθρωποι αλλάζουν, οι γειτονιές αλλάζουν.
Μόνο η Ελευσίνα μένει ίδια...
Όσες φορές κι αν δω την Αγέλαστο Πέτρα, τόσο περισσότερο αισθάνομαι πως τελικά το θέμα της ταινίας δεν είναι η Ελευσίνα αλλά ο θεόσταλτος "πρωταγωνιστής" της, ο Παναγιώτης Φαρμάκης.
Ένας άνθρωπος άστεγος, άπατρις που ο σκηνοθέτης τον χαρακτηρίζει "σαλό" ο οποίος έχει μια "σαλεμένη σχέση" με τα αρχαία της περιοχής.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος ο περιθωριακός, ενδιαφέρεται για την ιστορία του τόπου κι ας μην έχει γεννηθεί εκεί, περνάει τον χρόνο του διασώζοντας ευρύματα που πετάχτηκαν μαζί με μπάζα στη θάλασσα. Ευρύματα σημαντικά που καταλήγουν στις προθήκες των μουσείων...
Κι όλα αυτά όταν οι υπόλοιποι, οι "κανονικοί", οι "πολιτισμένοι", γκρεμίζουν αρχαία τείχη για να χτίσουν πολυκατοικίες και να υψώσουν άλλα, από οπλισμένο σκυρόδεμα και σάρκα, γύρω τους, πάνω και κάτω τους...

Ο Παναγιώτης Φαρμάκης
Με αγγίζει πολύ αυτή η ταινία.
Την έχω δει δεκάδες φορές, την βλέπω καμία φορά και αποσπασματικά.
Μου αναστατώνει τη σκέψη.
Κάνω των Ελευσίνα πατρίδα μου, βλέπω την καταστροφή δίπλα μου και την αδιαφορία να φωλιάζει στις καρδιές των γειτόνων μου.
Είμαι σίγουρος πως αν ήμουν κάποιος από την ταινία, θα ήμουν ο Παναγιώτης Φαρμάκης.
Ο σαλός με τη σαλεμένη σχέση με τα αρχαία.
Πώς διαφορετικά θα μπορούσα να εξηγήσω τα δάκρυα που πετιόνται από τα μάτια μου όταν στο 32ο λεπτό της ταινίας, με τη μουσική του Κων/νου Β στο παρασκήνιο, οι μπουλντόζες γκρεμίζουν το τείχος της Ιεράς Οδού;
 Υπάρχουν πράγματα πολλά που έχω μετανιώσει στη ζωή μου που δεν τα έκανα.
Ένα από αυτά είναι πως, όταν το 2015 ήμουν υπεύθυνος σε μια ομάδα της Φωτογραφικής Εταιρείας Κρήτης, δεν προσπάθησα αρκετά ώστε να βρω τον χρόνο να δείξω στα παιδιά της ομάδας την Αγέλαστο Πέτρα, αν και το είχα σκοπό.
Κρίμα.
Είναι κάτι που οφείλω στον εαυτό μου...